Ανυπομονούσε να ξεκινήσει η πορεία μέσα στους δρόμους της πόλης. Παρ' όλη την νευρικότητα των συντρόφων και το άγχος της φίλης που κουβάλησε μαζί της στην πορεία, ένιωθε μια αρρωστημένη ενεργητικότητα, μια αδηφάγα ευφορία που πήγαζε είτε από την υπερένταση που της προκαλούσε πάντοτε η βροχή, είτε από ένα θαμμένο άγχος στα έγκατα του μυαλού της που ξυπνούσε από την έγνοια της μαμάς της και από το οτι είχε ξεχάσει στο σπίτι της την πολύτιμη για εκείνο το απόγευμα, ταυτότητά της... Μετά από μερικές στιγμές και αφού έπεισε σχεδόν την φίλη της ότι δεν θα γίνει τίποτα, άρχισε να αναπνέει στον αέρα τον ιδρώτα μέσα από τα δερμάτινα μπουφάν των αγοριών, και τα πνιγμένα αρώματα μέσα στα φούτερ των κοριτσιών. Μαζί και με την κάθαρση που πάντα φέρνει η βροχή, η μυρωδιά στην ατμόσφαιρα ξερνούσε αγανάκτηση, μίσος και πύρινες γλώσσες προς τις 3 γωνιές της πλατείας, με το μεγάλο Ρολόι, έχοντας σαν αποδέκτες κάτι μπλε και πράσινες κουκκίδες. "Αν κοιτάξεις από ψηλά τη Πλατεία", είπε, "είναι σαν κάποιοι γίγαντες που ζουν πάνω από τα σύννεφα, ξες τώρα, σαν αυτόν από τον Τζακ και τη Φασολιά, να παίζουν Στρατέγκο. Ή Ρισκ... Και κάποιος από τους δύο να έχει υπεροχή σε αριθμό πιονιών, το δίχως άλλο!".
Η βροχή είχε κοπάσει και οι σταγόνες έγλυφαν νωχελικά το υπόστεγο που για την ώρα, τους φιλοξενούσε. Εκείνη καθόταν σε ένα παγκάκι και χαζολογούσε τριγύρω, προσπαθούσε να μετρήσει ακριβώς πόσοι μπλε και πόσοι πράσινοι τους είχαν σε απόσταση ασφαλείας, και με το μυαλό της ζωγράφιζε φιγούρες να χορεύουν στην πλατεία και πίσω τους να αφήνουν μπλε-μαύρες και μαυρο-πράσινες ουρές: όσο η ώρα περνούσε, ένας μπλε ή ένας πράσινος αντιστοιχούσε σε έναν μαύρο, ιδανική αναλογία για χορό - κανείς δεν θα έμενε παραπονεμένος. Παρατηρεί τα ρούχα της: το μαύρο παντελόνι της, κόκκινα παπούτσια και μια δανική μπλούζα που της πέφτει μεγάλη, μαύρη, γιατί μαύρα δε φορά. Μια κοπέλα προσπαθεί να κρύψει τα φουξ μαλλιά της μέσα σε μια μαύρη κουκκούλα. Δύο παιδιά κρύβουν τα κράνη τους κάτω από τις φιλόξενες κουκκούλες των τζάκετ τους. Κάποιοι άλλοι σχεδιάζουν έναν χάρτη. Μοιράζονται τηλέφωνα δικηγόρων, κάποιοι πίνουν καφέ, άλλοι μπύρα και άλλοι μασουλάνε λαίμαργα κρύα σάντουιτς: "Μπορεί απόψε να τη βγάλουμε στο κελί", λένε γελώντας, "και το φαΐ εκεί μάγκες, δε τρώγεται". Η φίλη της κοκαλώνει ξανά, ανακατεύει τα μαλλιά της από την αμηχανία, "..μήπως να φάω και 'γω;".. Της χαμογελά και την καθησυχάζει: "Σπίτια μας θα φάμε".
Τα παιδιά που περίμεναν από μια άλλη πόλη έφτασαν με ένα πούλμαν, και αμέσως γεννήθηκε κι άλλη ζωή ενισχύοντας την ήδη υπάρχουσα. Η ζωή είναι σαν την ενέργεια. Υπάρχει και δεν καταστρέφεται, δεν χαμπαριάζει από καταστολές, ακόμα και ο θάνατος είναι ζωή, αλλάζει μορφή, παρόλο που ο Αϊνστάιν θα διαφωνούσε. Γνωστές και άγνωστες φάτσες για κάποιους, όλες οι ανάσες συγχρονισμένες. Τελευταίες συνεννοήσεις για να ξεκινήσει η πορεία. Κάτω από το υπόστεγο, ένα κουτάβι ξεβολεύεται από την φωλιά που έφτιαξε πάνω σε μια σημαία, και με απογοήτευση αποχωρίζεται το παλούκι που ροκάνιζε τόση ώρα. Σε χρόνο μηδέν, μια σακκούλα με κόκκαλα απο το πουθενά έρχεται να το απασχολήσει και να το κάνει χαρούμενο. "Πάρτο σου λέω στο σπίτι, θα 'χεις και παρέα", λέει σε έναν φίλο και εκείνος διστάζει. Ευθύνες. Τελευταίες ανάσες. Η πορεία ξεκινά.
Τα πρώτα βήματα της φίλης ήταν διστακτικά. Κούμπωσε καλά το σακάκι της, και απέρριψε την κλήση της αδερφής της. Ο κόσμος λιγότερος απ'όσο περίμεναν, αλλά οι φωνές γεμάτες βάθος και ένταση. Εκείνη δεν φώναζε πολύ. Έσφιξε το μαντήλι στον λαιμό της και άρχισε να παρατηρεί γύρω-γύρω το μπλοκ της πορείας, τους περαστικούς, τους μπλε και τους πράσινους που είχαν στηθεί σε στενάκια. Μια μαμά και ένας μπαμπάς με τα παιδιά τους, κάτω από ομπρέλες περπατούσαν δίπλα της, και τα παιδιά έμοιαζαν χαρούμενα και διόλου φοβισμένα. Διασκέδαζαν την βροχή που όλο και δυνάμωνε, χειροκροτούσαν ρυθμικά και ρωτούσαν, ρωτούσαν συνέχεια: "μαμά; τι σημαίνει φασίστας;", "μπαμπά; γιατί κλείνουν ανθρώπους στα κελιά;", "γιατί αυτοί κρατάνε όπλο;", "γιατί υπάρχει τέτοιο μίσος;"... Εκείνη χαμογελούσε κρυφά σε κάθε ερώτηση, και καμάρωνε την κάθε απάντηση που έδιναν οι γονείς. "Ο Φασίστας, είναι αυτός που κοιτάει τι χρώμα είσαι και που είναι το σπίτι που γεννήθηκες, και αμα δεν ταιριάζεις στις προδιαγραφές δεν σε θέλει για φίλο και σε πολεμάει... Στα κελιά κλείνουν ανθρώπους γιατί νομίζουν ότι έτσι θα τους αποθαρρύνουν, όμως τους κάνουν να εκτιμήσουν την ελευθερία και να αγωνιστούν για αυτήν, και για λογαριασμό άλλων. Αυτοί, έχουν τα όπλα και ένα κράτος να υπερασπίζεται την αδικαιολόγητη βία τους. Γιατί υπάρχει τέτοιο μίσος;... μακάρι να ήξερα την ακριβή απάντηση σε αυτό, για την ώρα, το μίσος γεννάται από όλα τα παραπάνω.".
Απορροφημένη και βρεγμένη μέχρι το μεδούλι, αυτοσχέδια τύλιξε τα μαλλιά της στο μαντήλι, όχι ότι θα έσωζε την κατάσταση, αλλά όλο και κάτι θα έκοβε... Κοιτούσε κάτω την άσφαλτο να χαρακώνεται το σώμα της και να δημιουργεί κοιλότητες με νερό, και ασυναίσθητα βουτούσε τα πάνινα παπούτσια της χωρίς να την νοιάζει. Πάτησε πάνω σε ένα φλάιερ το οποίο έχανε την σύνθεση του από την βροχή, γινόταν κομματάκια και ήταν αδύνατο να διαβαστεί. Κάπου είδε και άλλα φλάιερς να πετάγονται στον αέρα και σαν πιάτα στοχοβολής, να πληγώνονται από τις σταγόνες και να σωριάζονται στον δρόμο. Προσπαθούσε να βρει ποιος τα πετάει, και μέσα στον κόσμο ήταν αδύνατο. Προσπαθούσε να βρει ένα χαρακτηριστικό του, αλλά τα μαύρα ρούχα δεν την βοηθούσαν. Διέκρινε ένα καφετί σκούρο, από τη βροχή μάλλον, φούτερ και ένα κόκκινο λαστιχάκι στα μαλλιά. Κινούνταν γρήγορα από την δεξιά προς την αριστερή πλευρά της πορείας, και εκείνη δεν έλεγε να τον χάσει από τα μάτια της. Όταν ξαφνικά τον έχασε. Γύρισε το βλέμμα της μπροστά και έπειτα πάνω στον ουρανό και ένιωσε τις ψιχάλες να της μαστιγώνουν το πρόσωπο, να γλιστράνε στα λακκάκια που εμφανίζονται δίπλα στα χείλη της όταν χαμογελά. Κάποιος την έσπρωξε κατά λάθος, και επανήλθε στην πραγματικότητα, έπειτα από το φιλικό χάδι στην πλάτη: "Σόρρι ρε συ... κοιτούσα πάνω και δεν σε πρόσεξα που είχες σταματήσει". Εκείνη σκάλωσε. Το σκούρο καφέ φούτερ ήταν σε απόσταση αναπνοής, και εκείνη δεν είχε φωνή να πει τίποτα. Εκείνος έδωσε μια σακούλα στην φίλης για να μη βρέχεται. Εκείνη απογοητεύτηκε. Έπιασαν μικροσυζήτηση με την φίλη. Δεν την είχε ξαναδεί ποτέ, ναι γιατί δεν ήταν από εκεί, την φίλη της όμως -δηλαδή Εκείνη- την είχε δει κάνα δυο φορές, η φίλη είχε ξεαγχωθεί όσο δεν γίνονταν επεισόδια, δεν θα γίνουν της είπε, του χαμογέλασε και έκανε γοργά βήματα προς τα μπροστά προσπαθώντας να πετάξει τα μουλιασμένα φλάιερς. " ..σου πάει η βροχή", γύρισε και είπε σε Εκείνη. Της έδωσε τα γυαλιά του να τα σκουπίσει γιατί δεν έβλεπε. Η επιχείρηση απέτυχε, η μπλούζα της ήταν υπέρ του δέοντος βρεγμένη. Του χαμογέλασε. Της χαμογέλασε. Και έφυγε στα πλάγια ξανά.
Έπεσε σύρμα ότι το πίσω μέρος της πορείας τρώει πέσιμο. Η ομοιόμορφα μαύρη διασκορπισμένη μάζα, έγινε μια τεράστια κουκκίδα και κάθε ίχνος μουδιάσματος λόγω βροχής εξαφανίστηκε. Η φίλη αποσβολωμένη προτίμησε να μείνει στα μετόπισθεν, όμως Εκείνη ασυναίσθητα μπήκε στο γαϊτανάκι και άρχισε να βήχει από τα χημικά που άρχισαν να σκίζουν τον αέρα. Ξαφνικά, εκεί που ένιωθε να τελειώνει η ανάσα της, ένα μαντήλι της κάλυψε το πρόσωπο και δύο βρεγμένα χέρια την πήραν αγκαλιά. Με τα μάτια της να τσούζουν διέκρινε ένα καφετί σκούρο φούτερ και ένιωσε ασφαλής παρ' όλες τις φωνές και τον θόρυβο. Η ατμόσφαιρα μύριζε μπαρούτι, αλκοόλ, και αδρεναλίνη. Η βροχή συνέχισε να πέφτει πιο δυνατή ακόμα και αντί τα χρώματα να ξεθωριάσουν και να πλεχτούν μεταξύ τους, το ένα προσπαθούσε να σβήσει το άλλο. Οι μαύροι πάλευαν με γυμνά χέρια, βρεγμένα ρούχα και ορισμένοι με παλούκια, τις εξοπλισμένες πράσινες και μπλε χελώνες.
Δεν κατάλαβε πώς ο αέρας καταλάγιασε, για πότε βρέθηκε ασφαλής στην πλατεία της πόλης, μέσα στα χέρια του να τρέμει από την ένταση, την βροχή και το αίμα της να βράζει ενώ χυνόταν στο μπράτσο της. "Άκουσε με, έρχονται να σε πάρουν, μπορεί να πάρουν και μένα, διαφορετικοί όμως. Όταν θα βγούμε από τους θαλάμους μας, θα ζήσουμε μαζί, εντάξει; Θα σε βρω, στο ορκίζομαι.". Ακούστηκε η σειρήνα του ασθενοφόρου, την φόρτωσαν μέσα και το τελευταίο πράγμα που είδε πριν λιποθυμήσει ήταν τα μαλλιά του να πηγαίνουν δεξιά-αριστερά συγχρονισμένα με το τρέξιμο του προς άγνωστη κατεύθυνση.
Η ζωή γεννά ζωή, ο φόβος γεννά ζωή, η καταστολή γεννά ζωή, ο θάνατος ζωή γεννά και όλα είναι ζωή όσο οι άνθρωποι θυμούνται πως όλοι όταν ματώνουν, ματώνουν με τον ίδιο τρόπο. Και ο αέρας θα συνεχίζει να μυρίζει ιδρώτα και πνιγμένα αρώματα κοριτσιών με μαντήλια μπροστά στο πρόσωπο και καμμένα μάτια. Και όλα θα τα παίρνει η βροχή και έπειτα θα τα φέρνει πίσω, και θα μένουν πάνω στα μαλλιά, στα ρούχα, και μακάρι και στο δέρμα βαθιά ριζωμένα. Τα μαλλιά θα στεγνώσουν, τα ρούχα θα πλυθούν, τα βήματα στο δρόμο θα στρωθούν με νέα πίσσα. Οι γραμμές από το το κρατικό μαστίγωμα πάνω στο δέρμα όμως μένουν - και η κάθε γραμμή είναι και μια ιστορία. Και μάντεψε τι είναι οι ιστορίες...



