Κυριακή, 27 Μαΐου 2012

Όλα "Ζωή".


Η ώρα είχε πάει 17:00 και μαυροφορεμένοι νεαροί έκαναν την εμφάνισή τους, από επιλεγμένα δρομάκια στην πλατεία με το μεγάλο Ρολόι. Κάποιος θα μπορούσε να τους χαρακτηρίσει συνωμότες, μοιράζονταν τα ίδια χρώματα στα ρούχα, τα παλούκια που κρατούσαν έμοιαζαν να προέρχονται από το ίδιο ξύλο και το ίδιο κομμάτι πανί, μοιρασμένο όχι ομοιόμορφα, στην κορυφή του κάθε παλουκιού... Μικροσκοπικά τσαντάκια στις μέσες των κοριτσιών, κράνη στα μπράτσα των αγοριών και μαντήλια σε ολονών τους λαιμούς. Κάποιοι φορούσαν τις κουκκούλες των μαύρων φούτερ, και κάποιοι άλλοι χρωματιστά παπούτσια, όλοι όμως βίωναν αναβρασμό και τελικά ναι, μοιράζονταν κοινά μυστικά, που μάλλον περισσότερο μοιάζανε με οράματα από ένα κοντινό μέλλον - άσχετα άμα διακρίνεται δύσκολα ακόμα, μέσα στην παραζάλη των δακρυγόνων και της κάθε αθέμιτης κρατικής τρομοκρατίας...

Ανυπομονούσε να ξεκινήσει η πορεία μέσα στους δρόμους της πόλης. Παρ' όλη την νευρικότητα των συντρόφων και το άγχος της φίλης που κουβάλησε μαζί της στην πορεία, ένιωθε μια αρρωστημένη ενεργητικότητα, μια αδηφάγα ευφορία που πήγαζε είτε από την υπερένταση που της προκαλούσε πάντοτε η βροχή, είτε από ένα θαμμένο άγχος στα έγκατα του μυαλού της που ξυπνούσε από την έγνοια της μαμάς της και από το οτι είχε ξεχάσει στο σπίτι της την πολύτιμη για εκείνο το απόγευμα, ταυτότητά της... Μετά από μερικές στιγμές και αφού έπεισε σχεδόν την φίλη της ότι δεν θα γίνει τίποτα, άρχισε να αναπνέει στον αέρα τον ιδρώτα μέσα από τα δερμάτινα μπουφάν των αγοριών, και τα πνιγμένα αρώματα μέσα στα φούτερ των κοριτσιών. Μαζί και με την κάθαρση που πάντα φέρνει η βροχή, η μυρωδιά στην ατμόσφαιρα ξερνούσε αγανάκτηση, μίσος και πύρινες γλώσσες προς τις 3 γωνιές της πλατείας, με το μεγάλο Ρολόι, έχοντας σαν αποδέκτες κάτι μπλε και πράσινες κουκκίδες. "Αν κοιτάξεις από ψηλά τη Πλατεία", είπε, "είναι σαν κάποιοι γίγαντες που ζουν πάνω από τα σύννεφα, ξες τώρα, σαν αυτόν από τον Τζακ και τη Φασολιά, να παίζουν Στρατέγκο. Ή Ρισκ... Και κάποιος από τους δύο να έχει υπεροχή σε αριθμό πιονιών, το δίχως άλλο!".

Η βροχή είχε κοπάσει και οι σταγόνες έγλυφαν νωχελικά το υπόστεγο που για την ώρα, τους φιλοξενούσε. Εκείνη καθόταν σε ένα παγκάκι και χαζολογούσε τριγύρω, προσπαθούσε να μετρήσει ακριβώς πόσοι μπλε και πόσοι πράσινοι τους είχαν σε απόσταση ασφαλείας, και με το μυαλό της ζωγράφιζε φιγούρες να χορεύουν στην πλατεία και πίσω τους να αφήνουν μπλε-μαύρες και μαυρο-πράσινες ουρές: όσο η ώρα περνούσε, ένας μπλε ή ένας πράσινος αντιστοιχούσε σε έναν μαύρο, ιδανική αναλογία για χορό - κανείς δεν θα έμενε παραπονεμένος. Παρατηρεί τα ρούχα της: το μαύρο παντελόνι της, κόκκινα παπούτσια και μια δανική μπλούζα που της πέφτει μεγάλη, μαύρη, γιατί μαύρα δε φορά. Μια κοπέλα προσπαθεί να κρύψει τα φουξ μαλλιά της μέσα σε μια μαύρη κουκκούλα. Δύο παιδιά κρύβουν τα κράνη τους κάτω από τις φιλόξενες κουκκούλες των τζάκετ τους. Κάποιοι άλλοι σχεδιάζουν έναν χάρτη. Μοιράζονται τηλέφωνα δικηγόρων, κάποιοι πίνουν καφέ, άλλοι μπύρα και άλλοι μασουλάνε λαίμαργα κρύα σάντουιτς: "Μπορεί απόψε να τη βγάλουμε στο κελί", λένε γελώντας, "και το φαΐ εκεί μάγκες, δε τρώγεται". Η φίλη της κοκαλώνει ξανά, ανακατεύει τα μαλλιά της από την αμηχανία, "..μήπως να φάω και 'γω;".. Της χαμογελά και την καθησυχάζει: "Σπίτια μας θα φάμε".

Τα παιδιά που περίμεναν από μια άλλη πόλη έφτασαν με ένα πούλμαν, και αμέσως γεννήθηκε κι άλλη ζωή ενισχύοντας την ήδη υπάρχουσα. Η ζωή είναι σαν την ενέργεια. Υπάρχει και δεν καταστρέφεται, δεν χαμπαριάζει από καταστολές, ακόμα και ο θάνατος είναι ζωή, αλλάζει μορφή, παρόλο που ο Αϊνστάιν θα διαφωνούσε. Γνωστές και άγνωστες φάτσες για κάποιους, όλες οι ανάσες συγχρονισμένες. Τελευταίες συνεννοήσεις για να ξεκινήσει η πορεία. Κάτω από το υπόστεγο, ένα κουτάβι ξεβολεύεται από την φωλιά που έφτιαξε πάνω σε μια σημαία, και με απογοήτευση αποχωρίζεται το παλούκι που ροκάνιζε τόση ώρα. Σε χρόνο μηδέν, μια σακκούλα με κόκκαλα απο το πουθενά έρχεται να το απασχολήσει και να το κάνει χαρούμενο. "Πάρτο σου λέω στο σπίτι, θα 'χεις και παρέα", λέει σε έναν φίλο και εκείνος διστάζει. Ευθύνες. Τελευταίες ανάσες. Η πορεία ξεκινά.

Τα πρώτα βήματα της φίλης ήταν διστακτικά. Κούμπωσε καλά το σακάκι της, και απέρριψε την κλήση της αδερφής της. Ο κόσμος λιγότερος απ'όσο περίμεναν, αλλά οι φωνές γεμάτες βάθος και ένταση. Εκείνη δεν φώναζε πολύ. Έσφιξε το μαντήλι στον λαιμό της και άρχισε να παρατηρεί γύρω-γύρω το μπλοκ της πορείας, τους περαστικούς, τους μπλε και τους πράσινους που είχαν στηθεί σε στενάκια. Μια μαμά και ένας μπαμπάς με τα παιδιά τους, κάτω από ομπρέλες περπατούσαν δίπλα της, και τα παιδιά έμοιαζαν χαρούμενα και διόλου φοβισμένα. Διασκέδαζαν την βροχή που όλο και δυνάμωνε, χειροκροτούσαν ρυθμικά και ρωτούσαν, ρωτούσαν συνέχεια: "μαμά; τι σημαίνει φασίστας;", "μπαμπά; γιατί κλείνουν ανθρώπους στα κελιά;", "γιατί αυτοί κρατάνε όπλο;", "γιατί υπάρχει τέτοιο μίσος;"... Εκείνη χαμογελούσε κρυφά σε κάθε ερώτηση, και καμάρωνε την κάθε απάντηση που έδιναν οι γονείς. "Ο Φασίστας, είναι αυτός που κοιτάει τι χρώμα είσαι και που είναι το σπίτι που γεννήθηκες, και αμα δεν ταιριάζεις στις προδιαγραφές δεν σε θέλει για φίλο και σε πολεμάει... Στα κελιά κλείνουν ανθρώπους γιατί νομίζουν ότι έτσι θα τους αποθαρρύνουν, όμως τους κάνουν να εκτιμήσουν την ελευθερία και να αγωνιστούν για αυτήν, και για λογαριασμό άλλων. Αυτοί, έχουν τα όπλα και ένα κράτος να υπερασπίζεται την αδικαιολόγητη βία τους. Γιατί υπάρχει τέτοιο μίσος;... μακάρι να ήξερα την ακριβή απάντηση σε αυτό, για την ώρα, το μίσος γεννάται από όλα τα παραπάνω.".

Απορροφημένη και βρεγμένη μέχρι το μεδούλι, αυτοσχέδια τύλιξε τα μαλλιά της στο μαντήλι, όχι ότι θα έσωζε την κατάσταση, αλλά όλο και κάτι θα έκοβε... Κοιτούσε κάτω την άσφαλτο να χαρακώνεται το σώμα της και να δημιουργεί κοιλότητες με νερό, και ασυναίσθητα βουτούσε τα πάνινα παπούτσια της χωρίς να την νοιάζει. Πάτησε πάνω σε ένα φλάιερ το οποίο έχανε την σύνθεση του από την βροχή, γινόταν κομματάκια και ήταν αδύνατο να διαβαστεί. Κάπου είδε και άλλα φλάιερς να πετάγονται στον αέρα και σαν πιάτα στοχοβολής, να πληγώνονται από τις σταγόνες και να σωριάζονται στον δρόμο. Προσπαθούσε να βρει ποιος τα πετάει, και μέσα στον κόσμο ήταν αδύνατο. Προσπαθούσε να βρει ένα χαρακτηριστικό του, αλλά τα μαύρα ρούχα δεν την βοηθούσαν. Διέκρινε ένα καφετί σκούρο, από τη βροχή μάλλον, φούτερ και ένα κόκκινο λαστιχάκι στα μαλλιά. Κινούνταν γρήγορα από την δεξιά προς την αριστερή πλευρά της πορείας, και εκείνη δεν έλεγε να τον χάσει από τα μάτια της. Όταν ξαφνικά τον έχασε. Γύρισε το βλέμμα της μπροστά και έπειτα πάνω στον ουρανό και ένιωσε τις ψιχάλες να της μαστιγώνουν το πρόσωπο, να γλιστράνε στα λακκάκια που εμφανίζονται δίπλα στα χείλη της όταν χαμογελά. Κάποιος την έσπρωξε κατά λάθος, και επανήλθε στην πραγματικότητα, έπειτα από το φιλικό χάδι στην πλάτη: "Σόρρι ρε συ... κοιτούσα πάνω και δεν σε πρόσεξα που είχες σταματήσει". Εκείνη σκάλωσε. Το σκούρο καφέ φούτερ ήταν σε απόσταση αναπνοής, και εκείνη δεν είχε φωνή να πει τίποτα. Εκείνος έδωσε μια σακούλα στην φίλης για να μη βρέχεται. Εκείνη απογοητεύτηκε. Έπιασαν μικροσυζήτηση με την φίλη. Δεν την είχε ξαναδεί ποτέ, ναι γιατί δεν ήταν από εκεί, την φίλη της όμως -δηλαδή Εκείνη- την είχε δει κάνα δυο φορές, η φίλη είχε ξεαγχωθεί όσο δεν γίνονταν επεισόδια, δεν θα γίνουν της είπε, του χαμογέλασε και έκανε γοργά βήματα προς τα μπροστά προσπαθώντας να πετάξει τα μουλιασμένα φλάιερς. " ..σου πάει η βροχή", γύρισε και είπε σε Εκείνη. Της έδωσε τα γυαλιά του να τα σκουπίσει γιατί δεν έβλεπε. Η επιχείρηση απέτυχε, η μπλούζα της ήταν υπέρ του δέοντος βρεγμένη. Του χαμογέλασε. Της χαμογέλασε. Και έφυγε στα πλάγια ξανά.

Έπεσε σύρμα ότι το πίσω μέρος της πορείας τρώει πέσιμο. Η ομοιόμορφα μαύρη διασκορπισμένη μάζα, έγινε μια τεράστια κουκκίδα και κάθε ίχνος μουδιάσματος λόγω βροχής εξαφανίστηκε. Η φίλη αποσβολωμένη προτίμησε να μείνει στα μετόπισθεν, όμως Εκείνη ασυναίσθητα μπήκε στο γαϊτανάκι και άρχισε να βήχει από τα χημικά που άρχισαν να σκίζουν τον αέρα. Ξαφνικά, εκεί που ένιωθε να τελειώνει η ανάσα της, ένα μαντήλι της κάλυψε το πρόσωπο και δύο βρεγμένα χέρια την πήραν αγκαλιά. Με τα μάτια της να τσούζουν διέκρινε ένα καφετί σκούρο φούτερ και ένιωσε ασφαλής παρ' όλες τις φωνές και τον θόρυβο. Η ατμόσφαιρα μύριζε μπαρούτι, αλκοόλ, και αδρεναλίνη. Η βροχή συνέχισε να πέφτει πιο δυνατή ακόμα και αντί τα χρώματα να ξεθωριάσουν και να πλεχτούν μεταξύ τους, το ένα προσπαθούσε να σβήσει το άλλο. Οι μαύροι πάλευαν με γυμνά χέρια, βρεγμένα ρούχα και ορισμένοι με παλούκια, τις εξοπλισμένες πράσινες και μπλε χελώνες.

Δεν κατάλαβε πώς ο αέρας καταλάγιασε, για πότε βρέθηκε ασφαλής στην πλατεία της πόλης, μέσα στα χέρια του να τρέμει από την ένταση, την βροχή και το αίμα της να βράζει ενώ χυνόταν στο μπράτσο της. "Άκουσε με, έρχονται να σε πάρουν, μπορεί να πάρουν και μένα, διαφορετικοί όμως. Όταν θα βγούμε από τους θαλάμους μας, θα ζήσουμε μαζί, εντάξει; Θα σε βρω, στο ορκίζομαι.". Ακούστηκε η σειρήνα του ασθενοφόρου, την φόρτωσαν μέσα και το τελευταίο πράγμα που είδε πριν λιποθυμήσει ήταν τα μαλλιά του να πηγαίνουν δεξιά-αριστερά συγχρονισμένα με το τρέξιμο του προς άγνωστη κατεύθυνση.

Η ζωή γεννά ζωή, ο φόβος γεννά ζωή, η καταστολή γεννά ζωή, ο θάνατος ζωή γεννά και όλα είναι ζωή όσο οι άνθρωποι θυμούνται πως όλοι όταν ματώνουν, ματώνουν με τον ίδιο τρόπο. Και ο αέρας θα συνεχίζει να μυρίζει ιδρώτα και πνιγμένα αρώματα κοριτσιών με μαντήλια μπροστά στο πρόσωπο και καμμένα μάτια. Και όλα θα τα παίρνει η βροχή και έπειτα θα τα φέρνει πίσω, και θα μένουν πάνω στα μαλλιά, στα ρούχα, και μακάρι και στο δέρμα βαθιά ριζωμένα. Τα μαλλιά θα στεγνώσουν, τα ρούχα θα πλυθούν, τα βήματα στο δρόμο θα στρωθούν με νέα πίσσα. Οι γραμμές από το το κρατικό μαστίγωμα πάνω στο δέρμα όμως μένουν - και η κάθε γραμμή είναι και μια ιστορία. Και μάντεψε τι είναι οι ιστορίες...

Παρασκευή, 25 Μαΐου 2012

Η Τηλεόραση είναι Φίλη σου.

Ο κύριος Ανέστης, στα 73 του χρόνια συνειδητοποίησε οτι σιγά σιγά η ΕΤ1 και η ΝΕΤ δείχνουν το ίδιο πρόγραμμα, το ΑΝΤ1 είναι για κάποιο καταραμένο λόγο στο νούμερο 6 και όλα τα κανάλια σχεδόν τα πιάνει πια με όχι τόσο καλή ποιότητα. Τότε περίπου ήταν που έμαθε για το ψηφιακό σήμα. Έπρεπε να αλλάξει λέει την μαύρη μεγάλη του, στον όγκο, τηλεόραση για μια αδύνατη χαι-τεκ συσκευή που περισσότερο μοιάζει με κορνίζα παρά με τηλεόραση. Δίσταζε βεβαίως, γιατί όλα είναι θέμα συνήθειας. Τα χε όλα ρυθμισμένα στη τρίχα, ήξερε απ'έξω τα κανάλια μέχρι και το 23, και τα δάχτυλά του αλώνιζαν πάνω στο "κομπιούτερ" με άνεση και αέρα, λες και ανήκαν σε κάποιον βιρτουόζο πιανίστα που χαιδεύει με χάρη και αισθησιασμό τα πλήκτρα ενός πιάνου...

Ξεσήκωσε μια και δυο τις υποτιθέμενες οικονομίες του, φόρεσε το καπελάκι του, άρπαξε το μπαστούνι του και κοτσονάτος και ερεθισμένος απο την ιδέα της ανακάλυψης αυτού του κάτι καινούριου να αράζει στο κατώφλι της μέρας του, επιβιβάστηκε στο αστικό λεωφορείο για το κέντρο της πόλης και χωρίς κάποιον ιδιαίτερο λόγο, ένιωθε οτι ήθελε να μοιραστεί με τον τυχαίο διπλανό του, το γιατί κατεβαίνει στο κέντρο. Για κακή του τύχη ήταν κάποιος που είχε αποκοιμηθεί και μύριζε αλκοόλ. Δεν μπήκε στον κόπο να ξεκινήσει κουβέντα, το είχε δει στην τηλεόραση, μπορεί να ήταν τρελός αυτός ο μέθυσος μέρα μεσημέρι.. μπορεί να κουβαλούσε κανένα σιδερικό ή κανένα μαχαίρι στη ζώνη του σφιγμένο, και μετά ποιος τα βάζει με τις παντοδύναμες λεπίδες. Η τηλεόραση τον είχε προειδοποιήσει και σώσει άλλη μια φορά. Άλλαξε θέση και κάθισε στο παράθυρο απέναντι. Η στάση του πλησίαζε, σηκώθηκε, πάτησε το κουμπάκι, κατέβηκε αργά και ανάσανε την ελευθερία του. Σημείωση: ο "μέθυσος μέρα μεσημέρι", μάλλον χρειαζόταν κάποιον να τον ταρακουνήσει και να ξυπνήσει γιατί λίγες στιγμές μετά, έπαθε κρίση αναρρόφησης. Λογικά τον προλάβανε. Τελικά, ήταν ένας κακομοίρης μικροπωλητής που του κλείναν το μαγαζί οι τοκογλύφοι και τα πινε απο νωρίς για να ξεχάσει. Αυτά η τηλεόραση τα είπε;

Ο κύριος Ανέστης χωρίς να έχει ιδέα τι ψάχνει μπήκε στο μαγαζί με τις τηλεοράσεις, τα κομπιούτερ, τα ράδια, τις φωτογραφικές μηχανές που δεν παίρνουν φιλμ και όλα αυτά τα καλώδια που δεν συνδέανε τίποτα, και τις συσκευές που δεν ήξερε σε τι εξυπηρετούσαν. Του ήρθε η μυρωδιά των χρόνων που έχουν περάσει πάνω απο το γέρικο κορμί του και παραδόξως αντί να τον καταβάλλει και να τον πείσει οτι η μπογιά του ταιριάζει σε μια τηλεόραση καθοδικού σωλήνα, τον μπρίζωσε και τον έκανε πιο αποφασισμένο να αγοράσει αυτό το ορθογώνιο παράθυρο στον έξω κόσμο. Πλησίασε έναν νεαρό και του είπε ακριβώς τι θέλει: "Μια τηλεόραση που να πιάνει καλά τα κανάλια και το ΑΝΤ1 αυτή τη φορά να ναι στο 5." Ο νεαρός γέλασε, και άρχισε να του δείχνει διάφορα μοντέλα, που το ένα κάνει εκείνο και το άλλο το άλλο και όλα είχαν αρχίσει να χαώνουν το κεφάλι του. "Κανάλια θα δείχνει;", ρώτησε ανυπόμονος. Η απάντηση του υπάλληλου τον έκανε να δείξει μια τηλεόραση στην τύχη, την αποκάλεσε δική του και στο ταμείο έδωσε τα στοιχεία υιοθεσίας της. Τα χρήματα ακουμπίστηκαν ευλαβικά στον πάγκο, η συναλλαγή ολοκληρώθηκε και τώρα έμενε να πάει στο σπίτι να ξεφορτωθεί την παλιά άχαρη τηλεόραση του, για να μπορέσει να υποδεχτεί την νέα εποχή όταν η μεταφορική του καταστήματος δεήσει να του την πάει. Ένιωθε σαν σε Πρωτοχρονιάτικο Ρεβεγιόν: πάει η παλιά τηλεόραση, ας γιορτάσουμε παιδιά και του χωρισμού ο πόνος ας κοιμάται στην καρδιά...

Το θυροτηλέφωνο χτύπησε υποσχόμενο ανανέωση, ο κύριος Ανέστης ξερόβηξε και περίμενε στητός στην πόρτα. Ένας νταβραντισμένος τύπος μπήκε μέσα, ρώτησε που να την αφήσει, και με την καθοδήγηση του κύριου Ανέστη η Τηλεόραση φώλιασε στο κέντρο του σαλονιού. Με λύπη του, συνειδητοποίησε οτι δεν είχε νόημα πια το σεμεδάκι στο πάνω μέρος της. Καλύτερα. Σεμεδάκι τώρα, αηδίες... Ο νταβραντισμένος τύπος έφυγε απο το σπίτι, γνέφοντας καλημέρα και κλείνοντας την πόρτα πίσω του. Ο κύριος Ανέστης είχε μείνει μόνος του με το νέο του απόκτημα και κανείς θα νόμιζε οτι θα του έβγαζε λικέρ και απεριτίφ. Τέτοιος ενθουσιασμός.

Κάθισε στον καναπέ, περιεργάστηκε το νέο "κομπιούτερ". Ήταν πιο πλατύ και πιο μακρόστενο και είχε πιο πολλά κουμπάκια. Πάντα σκεφτόταν οτι θα έκανε για αστροναύτης, θα μπορούσε να τα καταφέρει. Έπειτα, αποφάσισε να συνδέσει την τηλεόραση. Πόσο δύσκολο να 'ναι; Φόρεσε τα γυαλιά του που είχε να τα αλλάξει καιρό, και πήρε στα χέρια του το πεντασέλιδο έντυπο με τις οδηγίες. Τα γραμματάκια εμφανώς μικροσκοπικά, άρχισαν να τον κουράζουν απο τη στιγμή που ξεκίνησε να διαβάζει. Αναστέναξε και στρώθηκε στη δουλειά. Μπούρου, μπούρου, μπούρου συνδέστε το SCAT. "...τι SCATά;...", μονολόγησε .. συμβουλευόμενος τις εικόνες βρήκε το SCAT και το έβαλε εκεί που νόμιζε οτι είναι καλά... λίγες γραμμές παρα κάτω, τοποθετήστε στην σωστή υποδοχή το HDMI... μέσα στην γκαβομάρα του άρχισε να αναρωτιέται: "ΗΔΜΙ; ήδμι... τι μπορεί να είναι το ήδμι;...". Συμπέρασμα: ένα ραντεβού στον οφθαλμίατρο δεν βλάπτει που και που. 
Μετά απο ώρα και κόπο η τηλεόραση έμοιαζε να ανασαίνει. Έμοιαζε να έχει ζωή. Την έβαλε στη πρίζα, πάτησε το κουμπί και άρχισε να σαλεύει. Ήταν ζωντανή όντως. Όμως ξαφνικά, αντί να εμφανιστεί στο 1 η ΕΤ1, υπήρχε ένα μενού με κάτι εγγλέζικα που δεν καταλάβαινε ο κύριος Ανέστης. Ρυθμίσεις η κάτι τέτοιο μάλλον είναι. Ξεφύσηξε απογοητευμένος. Η Τηλεόραση έμοιαζε να μην τον θέλει για φίλο πια...

Μετά απο μια παρανοϊκή συνομιλία με την Τηλεόραση και άσκοπα χτυπήματα του "κομπιούτερ", ο κύριος Ανέστης ήταν έτοιμος να βουτήξει στην αποχαύνωση. 1,2,3,4.... θεέ του, που είναι όλα τα κανάλια; ένα χάος. Τίποτα δεν είναι στη θέση του, κανένα κανάλι δεν είναι εκεί που θα έπρεπε να είναι. Έπιασε την καρδιά του να πάλλεται απο πανικό. Τι δηλαδή; έπρεπε να μάθει απ'έξω έναν καινούριο αλγόριθμο εισαγωγής στην διασκέδαση; Που ακούστηκε τέτοιο βασανιστήριο; Έπιασε ένα κομμάτι χαρτί και άρχισε να γράφει το νέο υπόμνημα. Σε κάθε καταχώρηση, έχανε και ένα κομμάτι του εαυτού του. Που ακούστηκε το Μέγκα στο 8; σε ποιο παράλληλο σύμπαν μπορεί να συμβαίνει αυτό;... Όταν τελείωσε θαύμασε το έργο του με μια ανεπαίσθητη μελαγχολία και βυθίστηκε στην πολυθρόνα.

Τα χρώματα ήταν εντονότερα, ο ήχος ήταν πιο διαπεραστικός και όλα έμοιαζαν να μην του ταιριάζουν τελικά. Το μεσημεριανό δελτίο ειδήσεων κατηγορούσε πάλι μια ομάδα μεταναστών που λήστεψαν ένα σούπερ μάρκετ, παίρνοντας τρόφιμα αντί για χρήματα και για πρώτη φορά ένιωθε συμπάθεια για κάτι τέτοιο. Ήταν πλέον πεπεισμένος: αυτή η καινούρια τηλεόραση ήταν πλάσμα και δημιούργημα του Βελζεβούλ του ίδιου, αυτοπροσώπως. Δεν ήθελε να είναι φίλοι πια, και τον παραπλανούσε με φωτεινές και άψογες εικόνες. Η απουσία χιονιών, και αλλοιώσεων, έμοιαζε υπερφυσική, και άρα στρέβλωνε την αλήθεια για τον κόσμο εκεί έξω το δίχως άλλο. Εξοργισμένος με αυτή την απάτη, πάτησε το κόκκινο κουμπί και έδωσε τέλος στην ζωή του καινούριου του μάταιου και ανεκπλήρωτου έρωτα.

Το ίδιο κιόλας βραδάκι η παλιά τηλεόραση με το σεμεδάκι στην κορυφή της φιγούραρε στο κέντρο του σαλονιού. Η καινούρια τηλεόραση, είχε κρεμαστεί στον τοίχο και μέσα της ήταν κολλημένη μια φωτογραφία τυχαία απο τα νιάτα του κυρίου Ανέστη. Απαξίωση, την πλήρωσε με το ίδιο νόμισμα το δίχως άλλο.
"Μεθυσμένοι μετανάστες, εισέβαλαν σε σούπερ μάρκετ και το λήστεψαν. Απευθείας μετάδοση απο τον τόπο της ληστείας η ανταποκρίτρια μας......."
Βέβαια, τώρα μάλιστα. Η αλήθεια αποκαταστάθηκε.

Τρίτη, 20 Μαρτίου 2012

Επιχείρηση Διάσωσης (-τελικά- μέρος δεύτερο)

Γραφείο

Εγώ η Καρδιά. 
και κάπου εδώ τελειώνει ότι μπόρεσα να σώσω... 
και ενώ σκεφτόμουν οτι τέλος με τα φιλμάκια λόγω απογοήτευσης και ξενέρας μετά θυμήθηκα: κόντακ :(
ό,τι προλάβουμε!

Επιχείρηση Διάσωσης (-ίσως- μέρος πρώτο)

"Παιδάκια με Ξιφολόγχες"

Πρόβα.

...όταν αφήνεις κάτι σε αφήνει λένε... 
εγώ απλώς θα επικαλεστώ το ότι δεν είχα επαρκές φως. ν-Αχά. 
...παρόλα αυτά, κάτι πήγε να σωθεί :)